Μια επινοημένη πόλη κάπου στον χάρτη. Θα μπορούσε να λέγεται και Twin Peaks, καθώς πολλά παράξενα πράγματα συμβαίνουν στους ήρωες (κυρίως άντρες) που κυκλοφορούν στους δρόμους της.
Πρόκειται για σπονδυλωτό μυθιστόρημα όπου άνθρωποι χάνονται στη θάλασσα μέσα στο σπίτι τους. Παράξενα ζώα που ζηλεύουν παθολογικά σαν να ήταν ερωτικοί σύντροφοι. Άντρες που παίζουν πιάνο χωρίς να ακουμπούν καν τα πλήκτρα. Ο συγγραφέας που βλέπει να γράφεται το βιβλίο του από κάποιον ήρωά του, αφού πρώτα συναντήσει την πανέμορφη ηρωίδα του στον δρόμο. Ένα παράξενα γοητευτικό μυθιστόρημα.

Συνέχισα να απομακρύνομαι. Συνέχισε να μικραίνει το περίγραμμα του φίλου του, να θαμπώνει. Ώσπου στο τέλος έγινε μια κουκκίδα, τόσο μακρινός μου φαινόταν ή τόσο μακρινός μπορεί να του φαινόμουν εγώ εκεί που είχα μεταφερθεί και πια δεν μπορούσε να με διακρίνει. Τότε και μόνο τότε κατάλαβα για πρώτη φορά πως ήμουν πάνω στο αφρισμένο νερό της θάλασσας που χόρευε για χάρη μου μόνο κι άρχισα να γελάω, να γελάω δυνατά, να γελάω δίχως λόγο. Έως τη στιγμή που το πρόσωπό μου έσβησε από το πρόσωπό μου, ξεκόλλησε από πάνω μου και πέταξε μακριά στο τέρμα του ορίζοντα, σαν εξωτικό πουλί φτεροκοπώντας ελεύθερο.
Απόσπασμα από το βιβλίο

Συγγραφέας

Σελίδες

296