Μια νύχτα που χιονίζει, ο μικρός τυφλοπόντικας αρχίζει να περπατά σκεπτικός. Αυτό που τον ανησυχεί είναι ότι δεν έχει φίλους. Τότε θυμάται κάτι που του είχε πει η γιαγιά του: «Όταν ανησυχείς, κάνε μια χιονόμπαλα». Κι έτσι αρχίζει να κάνει μία.
Όσο μεγαλώνει η ανησυχία του, τόσο μεγαλώνει και η χιονόμπαλα. Ο μικρός τυφλοπόντικας είναι τόσο συγκεντρωμένος στο να κυλάει τη χιονόμπαλα, που δεν παρατηρεί καν τα ζώα που συναντάει στον δρόμο του. Χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει, η χιονόμπαλα καταπίνει ένα προς ένα το βατράχι, το κουνέλι, την αλεπού, το αγριογούρουνο και την αρκούδα.
Άραγε θα το πάρει είδηση ο τυφλοπόντικας προτού να είναι αργά; Και άραγε είναι ο μόνος που ψάχνει για φίλους;